Η ενδοκυστική έγχυση Bacillus Calmette–Guérin (BCG) αποτελεί καθιερωμένη θεραπευτική επιλογή για τη συμπληρωματική αντιμετώπιση του μη διηθητικού ουροθηλιακού καρκίνου της ουροδόχου κύστης, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της νόσου. Η εφαρμογή της συγκεκριμένης ανοσοθεραπείας έχει αποδειχθεί ότι παρατείνει το προσδόκιμο επιβίωσης και μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπών. Παρά την υψηλή ανοχή, ενδέχεται να εμφανιστούν σοβαρές συστηματικές ή φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Η διάγνωση είναι συχνά δύσκολη και απαιτεί υψηλή κλινική υποψία, καθώς το Mycobacterium bovis σπανίως απομονώνεται εργαστηριακά. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες θεραπευτικές οδηγίες, ο συνδυασμός αντιφυματικής αγωγής και κορτικοστεροειδών προτείνεται στις σοβαρές περιπτώσεις, ιδίως όταν υπάρχει πολυοργανική συμμετοχή.
Παρουσιάζεται η περίπτωση άνδρα 55 ετών, πρώην καπνιστή, με ιστορικό μη διηθητικού ουροθηλιακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης υπό ενδοκυστική θεραπεία με BCG από τετραετίας. Ο ασθενής παρουσίαζε ημερησίως δύο πυρετικά κύματα έως 38°C από 20ημέρου, χωρίς ανταπόκριση σε αγωγή με μοξιφλοξασίνη. Κατά την εισαγωγή, ο εργαστηριακός έλεγχος ανέδειξε αυξημένη CRP χωρίς λευκοκυττάρωση. Οι καλλιέργειες αίματος, πτυέλων και ούρων ήταν αρνητικές, ενώ στην CT θώρακος παρατηρήθηκαν διάχυτοι μικροοζώδεις σχηματισμοί κεντρολοβιακής κατανομής. Διενεργήθηκε βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL) και διαβρογχική κρυοβιοψία. Η ιστολογική εξέταση ανέδειξε μη τυροειδοποιημένα κοκκιώματα, ενώ ο μοριακός έλεγχος για Mycobacterium ήταν ασθενώς θετικός. Με βάση τα ευρήματα, τέθηκε η διάγνωση αιματογενούς διασποράς BCG (BCGitis) και ο ασθενής τέθηκε σε τριπλή αντιφυματική αγωγή(HRE) με σταδιακή κλινική βελτίωση.
Η πνευμονική συμμετοχή στη συστηματική λοίμωξη από BCG είναι σπάνια. Οι καλλιέργειες και οι μοριακές δοκιμασίες (PCR) είναι αρνητικές έως και στο 60% των περιπτώσεων, ενώ η παρουσία κοκκιωμάτων ανιχνεύεται περίπου στο 40% των βιοψιών. H κυτταρική ανάλυση του BAL μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη στη διαγνωστική εκτίμηση καθώς παρατηρείται συνήθως λεμφοκυττάρωση με αυξημένο λόγο CD4/CD8. Η BCGitis θεωρείται αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου IV, αν και η ανίχνευση βακίλλων ή DNA Mycobacterium bovis σε ορισμένα δείγματα υποδηλώνει πιθανό να εμπλέκει συνδυασμό άμεσης μυκοβακτηριακής λοίμωξης και δευτερογενούς ανοσολογικής απόκρισης.

