Εισαγωγή: Η εξωπνευμονική φυματίωση αντιπροσωπεύει περίπου το 20% των περιπτώσεων φυματίωσης στην Ελλάδα, με συχνότερη εντόπιση τους λεμφαδένες και το μυοσκελετικό σύστημα. Η φυματιώδης σπονδυλοδισκίτιδα (νόσος του Pott) αποτελεί σπάνια αλλά σοβαρή μορφή, ευθυνόμενη για το 10–35% των περιπτώσεων μυοσκελετικής φυματίωσης. Εντοπίζεται συνήθως στη θωρακική ή οσφυϊκή μοίρα και χαρακτηρίζεται από φλεγμονώδη προσβολή των μεσοσπονδύλιων δίσκων και των γειτονικών σπονδύλων, με πιθανό σχηματισμό αποστημάτων και παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης. Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την πρόληψη μόνιμων νευρολογικών επιπλοκών.
Περιγραφή περιστατικού: Περιγράφεται άνδρας 28 ετών με άτυπη θωρακαλγία από εβδομάδος με συνοδό μη παραγωγικό βήχα. Ο εργαστηριακός έλεγχος ανέδειξε αυξημένους δείκτες φλεγμονής χωρίς λευκοκυττάρωση . Λόγω των θετικών Δ-διμερών διενεργήθηκε αξονική τομογραφία πνευμονικών αρτηριών (CTPA) που ανέδειξε σπονδυλοδισκίτιδα στους Θ8–Θ9 με εκτεταμένη οστική διάβρωση και παρασπονδυλικό απόστημα 6 εκ. με ενδοκαναλική προβολή , ευρήματα τα οποία επιβεβαιώθηκαν και με μαγνητική τομογραφία (MRI) θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Η FNB-παρακέντηση του αποστήματος υπό CT, απομόνωσε Mycobacterium tuberculosis (DNA MTBC PCR θετικό, ευαίσθητο στη ριφαμπικίνη) κι ο ασθενής τέθηκε σε τετραπλή αντιφυματική αγωγή (HREZ). Σε επανέλεγχο δύο μήνες αργότερα, διαπιστώθηκε δεξιά υπεζωκοτική συλλογή, η οποία αντιμετωπίστηκε με εκκενωτική παρακέντηση. Η ανάλυση του πλευριτικού υγρού ανέδειξε εξιδρωματικού τύπου συλλογή με λεμφοκυτταρική υπεροχή (64% λεμφοκύτταρα, 14% πολυμορφοπύρηνα, 22% ηωσινόφιλα), LDH=786 U/L, ADA=15,7 U/L και γλυκόζη=88 mg/dL. Η κυτταρολογική εξέταση ήταν αρνητική για κακοήθεια, ενώ οι καλλιέργειες για κοινά μικρόβια και Β-Koch ήταν αρνητικές. Ο ασθενής παρουσίασε προοδευτικά κλινική και απεικονιστική βελτίωση και παραμένει υπό τακτική παρακολούθηση, συνεχίζοντας την αγωγή με στόχο τη συμπλήρωση 12μηνης θεραπείας.
Συμπέρασμα:
Η νόσος του Pott παραμένει μια διαγνωστική και θεραπευτική πρόκληση, ιδίως σε νεαρούς ασθενείς με άτυπα ή υποξεία συμπτώματα. Ο συνδυασμός απεικονιστικών, μικροβιολογικών και ιστολογικών τεχνικών επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση, ενώ η παρατεταμένη αντιφυματική αγωγή διάρκειας 9–12 μηνών εξασφαλίζει άριστη πρόγνωση στους περισσότερους ασθενείς.

