ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Τα νευροενδοκρινικά νεοπλάσματα (ΝΕΝs) αποτελούν μια σπάνια και ετερογενή ομάδα νεοπλασιών με την συνολική τους επίπτωση να ανέρχεται περίπου σε 5–9 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα ετησίως. Τα ΝΕΝs της χοληδόχου κύστεως (GB-NENs) είναι εξαιρετικά σπάνια, αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από 1% όλων των ΝΕΝs και ένα πολύ μικρό ποσοστό των κακοηθειών της χοληδόχου κύστεως. Η σπανιότητά τους συνεπάγεται διαγνωστικές και θεραπευτικές δυσκολίες, καθώς συχνά εμφανίζονται με μη ειδικά συμπτώματα ή διαγιγνώσκονται τυχαία μετά από χολοκυστεκτομή για άλλες παθήσεις.
ΣΚΟΠΟΣ:
Η παρουσίαση ενός σπάνιου περιστατικού GB-NEN, μετά από τακτική λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή λόγω χολολιθίασης.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ:
Άνδρας 61 ετών με ιστορικό χολολιθίασης υποβλήθηκε σε προγραμματισμένη λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή λόγω επεισοδίων άλγους στο δεξιό υποχόνδριο. Η προεγχειρητική απεικόνιση και οι βιοχημικές εξετάσεις δεν ανέδειξαν ύποπτα ευρήματα πέραν της λιθίασης. Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε χωρίς επιπλοκές, ενώ η μετεγχειρητική πορεία ήταν ομαλή και ο ασθενής εξήλθε στην 1η μετεγχειρητική ημέρα. Η ιστολογική εξέταση ανέδειξε καλά διαφοροποιημένο νευροενδοκρινικό όγκο (G1) διαμέτρου 7 mm, διηθητικό μέχρι τον υποκείμενο λιπώδη ιστό, με χαμηλή μιτωτική δραστηριότητα (<2/10 HPF, Ki-67 ≤3%). Η ανοσοϊστοχημεία ήταν θετική για Chromogranin, Synaptophysin και CK8/18. Το υπόλοιπο παρασκεύασμα εμφάνιζε εικόνα χρόνιας λιθιασικής χολοκυστίτιδας με χοληστερινικούς πολύποδες και υπερπλασία του βλεννογόνου. Δεν κρίθηκε αναγκαία περαιτέρω συμπληρωματική θεραπεία και ο ασθενής εντάχθηκε σε πρόγραμμα μακροχρόνιας παρακολούθησης, σύμφωνα με τα διεθνή πρωτόκολλα
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Τα GB-NENs αποτελούν εξαιρετικά σπάνιες οντότητες, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται τυχαία μετά από χολοκυστεκτομή. Η αναγνώρισή τους απαιτεί όχι μόνο την εγρήγορση του χειρουργού, αλλά και υψηλό δείκτη υποψίας από τον παθολογοανατόμο, καθώς η ιστολογική και ανοσοϊστοχημική ανάλυση είναι καθοριστική για τη διάγνωση. Η καταγραφή τέτοιων περιστατικών εμπλουτίζει τη σπάνια βιβλιογραφία και υπογραμμίζει την ανάγκη πολυεπιστημονικής συνεργασίας και μακροχρόνιας παρακολούθησης.


