Εισαγωγή: Η παγκόσμια επίπτωση του καρκίνου του παχέος εντέρου σε νεαρά άτομα (<50 ετών, EOCRC) συνεχώς αυξάνεται, προκαλώντας διεθνή ανησυχία και αποτελώντας μια πρόκληση για τη σύγχρονη επιδημιολογία και προληπτική ιατρική. Παράλληλα, φαίνεται να διαφέρει βιολογικά από τον καρκίνο όψιμης έναρξης (LOCRC), με ιδιαίτερα γενωμικά, μεταγραφικά και επιγενετικά χαρακτηριστικά. Η συστηματική χαρτογράφηση των διαφορών αυτών είναι κρίσιμη για την κατανόηση της παθογένειας του EOCRC και τον σχεδιασμό στοχευμένων θεραπειών.
Σκοπός: Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν η ανασκόπηση και σύνθεση των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με το γενωμικό και μοριακό προφίλ του EOCRC, με έμφαση στις διαφορές έναντι του LOCRC.
Υλικά και Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση δεδομένων από κλινικές μελέτες και δημόσια προσβάσιμες βάσεις δεδομένων (Foundation Medicine, AACR GENIE, TCGA, GEO, UK Biobank). Συμπεριλήφθηκαν σειρές με ασθενείς ≤50 ετών, όπου αναλύθηκαν μεταλλάξεις οδηγών, MSI/MMR status, μεταγραφικές και επιγενετικές αλλαγές.
Αποτελέσματα: Οι περισσότερες σειρές καταδεικνύουν υψηλή συχνότητα μεταλλάξεων TP53 (60–76%), συχνές μεταλλάξεις σε KRAS, PIK3CA, CTNNB1, αλλά χαμηλότερη συχνότητα APC και BRAF V600E σε σχέση με LOCRC. Σημαντική ετερογένεια αναδείχθηκε με εμπλοκή εναλλακτικών οδών WNT/β-κατενίνης (π.χ. RNF43, CTNNB1). Παρατηρήθηκαν διακριτά πρότυπα DNA υπομεθυλίωσης (LINE-1) και μεταγραφικές υπογραφές που συνδέονται με φλεγμονή και αυξημένο οξειδωτικό στρες. Το MSI-H φάνηκε λιγότερο συχνό στο EOCRC (~4–6%) σε σχέση με LOCRC, υποδεικνύοντας διαφορετικό μηχανισμό καρκινογένεσης. Συγκεκριμένες μεταγραφικές υπογραφές (π.χ. KLF9, INHBA, MCM2) συσχετίστηκαν με την πρόγνωση της νόσου.
Συμπεράσματα: Ο EOCRC αποτελεί μια βιολογικά διακριτή οντότητα, με αυξημένη ετερογένεια και διαφοροποίηση σε σχέση με τον καρκίνο όψιμης έναρξης. Χαρακτηρίζεται από υψηλή συχνότητα TP53/KRAS μεταλλάξεων, χαμηλότερη APC/BRAF συμμετοχή, σπάνιο MSI-H και μοναδικά επιγενετικά και μεταγραφικά πρότυπα. Η κατανόηση αυτών των ιδιαιτεροτήτων μπορεί να καθοδηγήσει την ανάπτυξη νέων βιοδεικτών και εξατομικευμένων θεραπευτικών στρατηγικών για τους νεότερους ασθενείς.
- 2 προβολές


