Εισαγωγή

Η οξεία λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C αποτελεί πλέον σπάνια κλινική οντότητα. Η πλειονότητα των ασθενών (περίπου 70–80%) παραμένει ασυμπτωματική, ενώ όταν η νόσος εκδηλώνεται κλινικά χαρακτηρίζεται από μη ειδικά συμπτώματα και βιοχημικό πρότυπο οξείας ηπατοκυτταρικής βλάβης, με σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών, συχνά άνω των 10 φορές του ανώτερου φυσιολογικού ορίου. Ωστόσο η διάγνωσή της παραμένει απαιτητική, καθώς η ορομετατροπή των anti-HCV αντισωμάτων καθυστερεί (4–10 εβδομάδες μετά την έκθεση), οδηγώντας σε αρχικά αρνητικό ορολογικό έλεγχο. Σε ασθενείς με πρόσφατο δυνητικό παράγοντα έκθεσης, η διάγνωση της οξείας HCV προϋποθέτει επαναληπτικό ορολογικό έλεγχο και διενέργεια μοριακού ελέγχου για HCV RNA, προκειμένου να τεκμηριωθεί έγκαιρα η ενεργός λοίμωξη.


Παρουσίαση περίπτωσης περιστατικού

Άνδρας 42 ετών διακομίστηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας λόγω εικόνας οξείας ηπατοκυτταρικής βλάβης, με ιδιαίτερα αυξημένες τρανσαμινάσες (AST 6205 U/L, ALT 8149 U/L) και φυσιολογικό INR. Από το ιστορικό αναφερόταν υποβολή σε ενδοαρθρικές ενέσεις στον αριστερό ώμο με επαναλαμβανόμενες συνεδρίες από μηνός. Ο αρχικός ορολογικός έλεγχος για ιογενείς ηπατίτιδες (HAV, HBV, HCV) ήταν αρνητικός.

Κατά την εισαγωγή του ασθενούς στην κλινική μας, οι τρανσαμινάσες παρέμεναν σημαντικά αυξημένες (AST 3400 U/L, ALT 4965 U/L), ενώ διαπιστώθηκε άμεση υπερχολερυθριναιμία (ολική χολερυθρίνη 4,8 mg/dL, άμεση 4,5 mg/dL), χωρίς κλινικά ή εργαστηριακά σημεία οξείας ηπατικής ανεπάρκειας. Διενεργήθηκε υπέρηχος άνω κοιλίας ο οποίος ανέδειξε ηπατομεγαλία με κεφαλουραία διάμετρο 21 εκ., χωρίς ενδείξεις θρόμβωσης του σπληνοπυλαίου άξονα. Κατά την έκτη ημέρα νοσηλείας του ασθενούς, επαναλήφθηκε ο ορολογικός έλεγχος για ΗCV και διαπιστώθηκε ορομετατροπή με θετικοποίηση των anti-HCV αντισωμάτων. Ο μοριακός έλεγχος ανέδειξε ιαιμία με HCV RNA 384.000 IU/mL ενώ ο γονοτυπικός προσδιορισμός ανέδειξε γονότυπο 3. Τέθηκε η διάγνωση οξείας ηπατίτιδας C και αποφασίστηκε άμεση έναρξη αντιϊκής θεραπείας με συνδυασμό glecaprevir/pibrentasvir διάρκειας 8 εβδομάδων.

Κατά την παρακολούθηση του ασθενούς, παρατηρήθηκε σταδιακή βιοχημική βελτίωση με πτωτική τάση των τρανσαμινασών πριν από την έναρξη της θεραπείας. Μετά τη χορήγηση της αντιϊκής αγωγής επήλθε πλήρης ομαλοποίηση των ηπατικών ενζύμων εντός 20 ημερών. Δώδεκα εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας επιβεβαιώθηκε παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση (SVR12) με μη ανιχνεύσιμο HCV RNA.


Συμπεράσματα

H περίπτωση αυτή αναδεικνύει τη διαγνωστική πρόκληση της οξείας ηπατίτιδας C και υπογραμμίζει τη σημασία της επανάληψης του ορολογικού ελέγχου αλλά και της διενέργειας μοριακού ελέγχου του HCV RNA σε ασθενείς με τεκμηριωμένη ή πιθανολογούμενη πρόσφατη έκθεση. Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα, η έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση με αντιϊκή αγωγή επιτυγχάνει υψηλά ποσοστά παρατεταμένης ιολογικής ανταπόκρισης, προλαμβάνει την εγκατάσταση χρόνιας νόσου και συμβάλλει ουσιαστικά στον περιορισμό της περαιτέρω μετάδοσης του ιού. Παράλληλα, η ισχυρή υποψία ιατρογενούς μετάδοσης στο συγκεκριμένο περιστατικό καθιστά απαραίτητη την αυστηρή τήρηση των κανόνων αντισηψίας και των προβλεπόμενων πρωτοκόλλων ασφάλειας σε κάθε ιατρική ή παραϊατρική παρεμβατική πράξη.

 

Abstract ID
EP37

Συγγραφέας