Εισαγωγή: Η ακτινομυκητίαση αποτελεί σπάνια, χρόνια βακτηριακή λοίμωξη, με δυνατότητα προσβολής του ήπατος και απεικονιστική εικόνα που συχνά μιμείται κακοήθεια. Η διάγνωση απαιτεί υψηλό δείκτη υποψίας και τεκμηριώνεται με τη μικροσκοπική αναγνώριση χαρακτηριστικών αποικιών και την απομόνωση του παθογόνου σε αναερόβιες καλλιέργειες από ιστό ή πύον, οι οποίες απαιτούν παρατεταμένη επώαση.
Περιγραφή περιστατικού: Γυναίκα 67 ετών προσήλθε στα ΤΕΠ λόγω άλγους δεξιού υποχονδρίου καθώς και οιδήματος, ερυθρότητας και εκροής πυώδους υγρού από σημείο παλαιάς χειρουργικής τομής. Από το ατομικό αναμνηστικό αναφέρεται IPMN παγκρέατος, για το οποίο είχε υποβληθεί σε επέμβαση Whipple προ 5ετίας (ιστολογικά: IPMN με εστιακή διηθητική συνιστώσα pT1aN0M0), ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης και υποθυρεοειδισμός. Στο πλαίσιο της μετεγχειρητικής παρακολούθησης, απεικονιστικός έλεγχος με CT και MRI άνω κοιλίας προ 2μήνου ανέδειξε υπόπυκνη αλλοίωση στον τετράπλευρο λοβό του ήπατος, διαμέτρου έως 4,3 εκ., με ασαφή όρια, εγείροντας υποψία κακοήθειας. Προ μηνός είχε πραγματοποιηθεί διαδερμική βιοψία της ηπατικής αλλοίωσης (το πόρισμα εκκρεμούσε).
Κατά την κλινική εκτίμηση, το πυώδες υλικό περιείχε μακροσκοπικά κιτρινωπά κοκκία και εστάλησαν καλλιέργειες αυτού καθώς και αιμοκαλλιέργειες. Ο εργαστηριακός έλεγχος ανέδειξε αύξηση των χολοστατικών ενζύμων (AST = 61 IU/L, ALT = 29 IU/L, ALP = 1127 IU/L, γ-GT = 969 IU/L) και της CRP = 22 mg/L (φτ <10 mg/L). Κατόπιν επικοινωνίας με το παθολογοανατομικό εργαστήριο, η ιστολογική εξέταση της ηπατικής αλλοίωσης ανέδειξε φλεγμονώδη αλλοίωση λοιμώδους αιτιολογίας με αποικίες συμβατές με Actinomyces spp. (PAS+), ενώ οι καλλιέργειες πύου ανέδειξαν επίσης ανάπτυξη Actinomyces spp. καθώς και μικρή ανάπτυξη E. coli.
Βάσει των ανωτέρω, η ασθενής τέθηκε αρχικά σε ενδοφλέβια αντιμικροβιακή αγωγή με πενικιλλίνη G σε υψηλή δόση (24 εκατ. IU ημερησίως, διαιρεμένη σε 6 δόσεις), η οποία χορηγήθηκε για 4 εβδομάδες. Λόγω της απομόνωσης E. coli, προστέθηκε τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. Παρατηρήθηκε σταδιακή κλινική βελτίωση, υποχώρηση των ηπατικών ενζύμων και των δεικτών φλεγμονής, περιορισμός της πυώδους εκκρίσεως και μείωση των διαστάσεων της ηπατικής αλλοίωσης στον επανέλεγχο με αξονική τομογραφία. Η ασθενής εξήλθε σε καλή γενική κατάσταση, με οδηγίες συνέχισης από του στόματος αγωγής με αμοξικιλλίνη (2 g × 2) μακράς διάρκειας και προγραμματισμένο επανέλεγχο.
Συμπεράσματα: 1) Η ηπατική ακτινομυκητίαση, αν και σπάνια, μπορεί να μιμηθεί απεικονιστικά πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ηπατική κακοήθεια. 2) Η παρουσία «θειωδών κοκκίων» στο πυώδες υλικό αποτελεί σημαντικό κλινικό εύρημα, που πρέπει να εγείρει την υποψία ακτινομυκητίασης και να καθοδηγήσει τον διαγνωστικό έλεγχο. 3) Η έγκαιρη ενημέρωση του μικροβιολογικού εργαστηρίου είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς η απομόνωση του Actinomyces spp. απαιτεί ειδικές αναερόβιες συνθήκες και παρατεταμένη επώαση. 4) Η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία οδηγεί σε άριστη κλινική και απεικονιστική ανταπόκριση, με ευνοϊκή πρόγνωση.

