Εισαγωγή: Η από του στόματος χορήγηση νουκλεοσιδικών ανάλογων (NUCs), όπως η εντεκαβίρη (ENT), η τενοφοβίρη δισοπροξίλη (TDF) και η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη (TAF) αποτελούν τις θεραπείες εκλογής για ασθενείς με Χρόνια Ιογενή Ηπατίτιδα Β (CHB),οδηγώντας στη μακροχρόνια καταστολή του γενετικού υλικού του ιού. Μετά από 48 εβδομάδες αντιικής θεραπείας το 50%-80% των ασθενών μπορεί να πετύχει πλήρη βιολογική ανταπόκριση-Complete virological response (CVR), με επίπεδα HBV-DNA <10IU/ml στον ορό. Ωστόσο, ακόμη και μετά από μακροχρόνια αντιική θεραπεία, εξακολουθεί να υπάρχει ένας αριθμός ασθενών με εμφάνιση επίμονης ή περιοδικής χαμηλού βαθμού ιαιμίας. Η χαμηλού βαθμού ιαιμία-Low level viremia (LLV) ορίζεται ως ανιχνεύσιμο φορτίο HBV-DNA <2000 IU/ml στον ορό ασθενούς που λαμβάνει θεραπεία με NUCs διάρκειας 12 μηνών ή και περισσότερο. Συνολικά μελέτες στην Ασία δείχνουν ότι το 20%-40% των ασθενών εξακολουθούν να αναπτύσσουν LLV στην καθημερινή κλινική πράξη.
Σκοπός: Σκοπός της μελέτης είναι η ανάδειξη περιπτώσεων με χαμηλού βαθμού ιαιμία (LLV) σε πληθυσμό ασθενών με Χρόνια Ιογενή Ηπατίτιδα Β, οι οποίοι λαμβάνουν αγωγή με NUCs, καθώς σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για την εμφάνιση κίρρωσης και Ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (HCC).
Μέθοδοι: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη ασθενών με διάγνωση Ηπατίτιδας Β εντός των τελευταίων 15 ετών, για την οποία λαμβάνουν θεραπεία με NUCs (ENT,TDF,TAF),και βρίσκονται στα σε παρακολούθηση στα Εξωτερικά Ιατρεία του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης.
Αποτελέσματα: Συνολικά έγινε ανασκόπηση των μετρήσεων (PCR) του ιικού φορτίου 531 ασθενών με Χρόνια Ιογενή Ηπατίτιδα Β υπό θεραπεία. Η χαμηλού βαθμού ιαιμία παρατηρήθηκε σε 9 (1,7%) από τους ασθενείς (95% ΔΕ: 0,8%-3,2%). Από τους ασθενείς αυτούς,3 λάμβαναν TDF (2 άνδρες, 1 γυναίκα, 33,3%), 2 TAF (1 άνδρας, 1 γυναίκα, 22,2%) και 4 ENT (2 άνδρας, 2 γυναίκες, 44,4%). Οι 5 ασθενείς (55,6%) ήταν άνδρες και οι 4 (44,4%) γυναίκες, χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά ως προς το φύλο. Η κακή συμμόρφωση εμφανίστηκε σε όλα τα θεραπευτικά σχήματα, αντιπροσωπεύοντας το 44,4% (4/9) των ασθενών. Σε 2 ασθενείς δεν κατέστη δυνατή η ερμηνεία της εμφάνισης χαμηλού ιικού φορτίου, ενώ στους υπόλοιπους 3 σχετίζεται με την υποκείμενη ανοσοκαταστολή, στην πρώτη περίπτωση δευτεροπαθώς λόγω μεταμόσχευσης νεφρού, στη δεύτερη περίπτωση λόγω φυλοσύνδετης υπογαμμασφαιριναιμίας και στην τελευταία περίπτωση λόγω αιματολογικής κακοήθειας (ΧΛΛ).
Συμπεράσματα: Συμπερασματικά, το ποσοστό των ασθενών μας με χαμηλού βαθμού ιαιμία (LLV) είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με αυτό που αναφέρεται στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, πιθανότατα λόγω της υπεροχής HBeAg-αρνητικής ηπατίτιδας στον πληθυσμό της μελέτης. Επίσης, το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που θα εμφανίσει LLV είναι αποτέλεσμα κακής συμμόρφωσης στη θεραπεία. Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ιικού φορτίου των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία για Χρόνια Ιογενή Ηπατίτιδα Β, έχει μεγάλη σημασία στη θεραπευτική προσέγγιση αυτών, με σκοπό την ανάδειξη τόσο του ποσοστού που υποθεραπεύεται, όσο και του ποσοστού με χαμηλού βαθμού ιαιμία, καθώς η έρευνα σχετικά με την επίδραση της LLV στην κλινική έκβαση των ασθενών είναι περιορισμένη.
- 4 προβολές

