Εισαγωγή: Οι αναφορές οξείας ηπατίτιδας Ε στην Ελλάδα είναι περιορισμένες και αφορούν κυρίως σποραδικά περιστατικά. Στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, η ηπατίτιδα Ε θεωρείται σπάνια διάγνωση, ιδίως στον γενικό πληθυσμό.
Σκοπός: Αναφέρουμε την περίπτωση ασθενούς με οξεία ηπατίτιδα Ε, η οποία διαγνώσθηκε στην Ελλάδα, με ιστορικό πρόσφατου ταξιδιού σε Ευρωπαϊκό κράτος.
Μέθοδοι: Ασθενής 63 ετών με ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ και δυσλιπιδαιμίας διεκομίσθη στο ΤΕΠ λόγω εμέτων και γενικευμένης αδυναμίας διάρκειας τεσσάρων ημερών. Δέκα ημέρες πριν είχε πραγματοποιήσει ταξίδι στο Λονδίνο, με αναφερόμενη βρώση φαγητού αμφιβόλου ποιότητας, χωρίς κατανάλωση αλκοόλ, χρήση τοξικών ουσιών, πρόσφατη αλλαγή φαρμακευτικής αγωγής ή υπερβολική λήψη παρακεταμόλης. Κατά την κλινική εξέταση ο ασθενής ήταν αιμοδυναμικά σταθερός, απύρετος, με φλεβοκομβική ταχυκαρδία και όψη πάσχοντος. Ο εργαστηριακός έλεγχος ανέδειξε ηπατική βλάβη με αυξημένες τιμές τρανσαμινασών, χολοστατικών ενζύμων, γαλακτικής αφυδρογονάσης, καθώς και παράταση INR, χωρίς υπερχολερυθριναιμία. Με συνύπαρξη, όμως, μεταβολικής-γαλακτικής οξέωσης στα αέρια αίματος, σε έδαφος υπεργλυκαιμίας. Το υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας έδειξε ήπαρ φυσιολογικών διαστάσεων με ήπια αυξημένη ηχογένεια και χωρίς εστιακές αλλοιώσεις, τα ενδοηπατικά και εξωηπατικά χοληφόρα ήταν φυσιολογικά και η πυλαία φλέβα βατή, ενώ η αξονική τομογραφία με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό δεν ανέδειξε παθολογία. Ο ασθενής νοσηλεύθηκε στην Γ’ Παθολογική Κλινική και έλαβε ενδοφλέβια χορήγηση διττανθρακικού νατρίου με βελτίωση της οξέωσης, ενδοφλέβια χορήγηση κρυσταλλοειδών υγρών και ρύθμιση υπεργλυκαιμίας με υποδόρια ινσουλίνη ταχείας και βραδείας δράσης. Εντός νοσηλείας έλαβε ενδοφλέβια Ν-ακετυλοκυστεΐνη, παρά τα χαμηλά επίπεδα παρακεταμόλης στο αίμα. Ο ιολογικός έλεγχος απέκλεισε οξεία ηπατίτιδα Α, Β και C (μη ανιχνεύσιμο HCV RNA), ενώ σημειώθηκε προηγούμενη νόσηση από Ηπατίτιδα Α (IgG θετικά, IgM αρνητικά). Επιπλέον, δεν απομονώθηκαν ηπατοτρόποι ιοί (HSV 1/2, CMV, EBV, VZV). Ο ανοσολογικός έλεγχος δεν ανέδειξε SMA, anti-LKM1, anti-SLA ή p-ANCA, ΑΜΑ, ενώ η ηλεκτροφόρηση και η ανοσοκαθήλωση λευκωμάτων έδειξαν μόλις υποσημαινόμενη ποσότητα μονοκλωνικής IgG-κ χωρίς συνολική αύξηση IgG. Τα ΑΝΑ αναδείχθηκαν θετικά σε τίτλο 1:160. Η σερουλοπλασμίνη και ο κορεσμός τρανσφερίνης ήταν εντός φυσιολογικών ορίων. Τέλος, ανιχνεύθηκε Ηπατίτιδα Ε (HEV) με PCR και IgM Abs θετικά σε εξωτερικό εργαστήριο, καθορίζοντας τη διάγνωση οξείας ηπατίτιδας Ε.
Αποτελέσματα: Ο ασθενής έλαβε εξιτήριο μετά από 1 εβδομάδα νοσηλείας με πλήρη κλινική και εργαστηριακή βελτίωση. Πραγματοποιήθηκε ηπατολογική παρακολούθηση ασθενούς και σε επανέλεγχο μετά από τρείς μήνες δεν απομονώθηκε ο ιός της Ηπατίτιδας Ε σε ορό αίματος με την μέθοδο PCR, ενώ ανιχνεύθηκαν IgG αντισώματα έναντι του ιού.
Συμπεράσματα: Η περίπτωση αυτή υπογραμμίζει ότι η οξεία ηπατίτιδα Ε μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με πρόσφατο ταξίδι σε ενδημικές περιοχές, απαιτεί έγκαιρη εργαστηριακή επιβεβαίωση και πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση οξείας ηπατικής βλάβης ακόμη και σε χώρες με χαμηλή ενδημικότητα.

