ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ΣΚΟΠΟΣ: Η μελέτη IMBRAVE150 ήταν η πρώτη που έδειξε όφελος επιβίωσης με το συνδυασμό Atezolizumab-Bevacizumab έναντι της μέχρι πρότινος θεραπείας πρώτης γραμμής (sorafenib) σε ασθενείς με προχωρημένο ΗΚΚ. Η χορήγηση της ανοσοθεραπείας έχει οδηγήσει στην εμφάνιση αντικειμενικών ανταποκρίσεων, που δεν παρατηρούνταν με προηγούμενες θεραπείες, σε μια μικρή μόνο ομάδα ασθενών. Ωστόσο, λόγω ένδειας θεραπευτικών σχημάτων και καλής ανοχής, συνέχιση της θεραπείας αυτής σε ασθενείς με απεικονιστική πρόοδο νόσου που εμφανίζουν κλινικό όφελος αποτελεί συχνή πρακτική. Σκοπός της μελέτης μας ήταν να αξιολογηθούν οι προγνωστικοί παράγοντες επιβίωσης σε ασθενείς που εμφάνισαν απεικονιστική πρόοδο νόσου υπό Atezolizumab-Bevacizumab και συνέχισαν τη θεραπεία.

ΜΕΘΟΔΟΙ: Μελετήθηκαν συνολικά 32 θανόντες ασθενείς με προχωρημένο ΗΚΚ που έλαβαν 1ης γραμμής ανοσοθεραπεία την τελευταία 3ετία στο κέντρο μας και συνέχισαν τη θεραπεία λόγω κλινικού οφέλους, παρά την εμφάνιση απεικονιστικής προόδου νόσου (23 άνδρες, μέση ηλικία 63.9 έτη, διάμεσο BMI=26.8, 16 ιογενή ΗΚΚ, 12 με διαβήτη, 9 με κιρσούς, 26 CPT-A, 15 ALBI-I, 17 ALBI-II, διάμεσο MELD-Na=8, 27 BCLC-C, 5 BCLC-B, 17 με μακροαγγειακή διήθηση, 14 με εξωηπατική νόσο, 15 με προηγούμενη θεραπεία). Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες ανάλογα με την επιβίωσή τους μετά την εμφάνιση προόδου νόσου (Ομάδα Α: επιβίωση > 6 μήνες, Ν=9/32, 28.1% και ομάδα Β: επιβίωση < 6 μήνες, Ν=23/32, 71.8%). Για τις δύο ομάδες ασθενών αξιολογήθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά και έγινε μονοπαραγοντική ανάλυση και πολυπαραγοντική ανάλυση για την ανεύρεση πιθανών προγνωστικών παραγόντων επιβίωσης μετά την υποτροπή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μονοπαραγοντική ανάλυση οι δύο ομάδες διέφεραν στατιστικά σημαντικά μόνο στην ύπαρξη ή όχι κίρρωσης και στην αιτιολογία της ηπατικής νόσου. Ειδικότερα οι ασθενείς της ομάδας Α ήταν συγκρίσιμοι με αυτούς της ομάδας Β στο BMI (28,3 έναντι 26,7 αντίστοιχα, p=0.453), στην παρουσία κιρσών οισοφάγου (1/9 – 11.1% έναντι 8/23 – 34.8%, p=0.181), στην παρουσία μακροαγγειακής διήθησης κατά την έναρξη της ανοσοθεραπείας (3.9 – 33.3% έναντι 14/23 – 60.9%, p=0.16), στην συχνότητα εμφάνισης εξωηπατικής νόσου (4/9 – 44.4% έναντι 10/23 – 43.5%) και στην κατάταξη στο BCLC-C (6/9 – 66.6% έναντι 21/23 – 91.3%, p=0.084), το CPT-A (9/9 – 100% έναντι 17/23 – 73.9%, p=0.089) και το ALBI-I (5/9 – 55.6% έναντι 10/23 – 43.5%, p=0.538) καθώς και στα ποσοστά εφαρμογής προηγούμενης τοπικοπεριοχικής θεραπείας (6/9 – 66.6% έναντι 9/23 – 39.1%, p=0.16) , ενώ ήταν σημαντικά σπανιότερα κιρρωτικοί (3/9 – 33.3% έναντι 17/23 – 73.9%, p=0.007) και εμφάνιζαν συχνότερα μη ιογενή αιτιολογία ηπατικής νόσου (7/9 – 77.7% έναντι 9/23 – 39.1%, p=0.049).

Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, μόνο η παρουσία κίρρωσης (p=0.006) και όχι η μη ιογενής αιτιολογία ηπατικής νόσου (p=0.051) ήταν ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας επιβίωσης μετά την εμφάνιση προόδου νόσου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αναδρομική αυτή μελέτη έδειξε ότι η απουσία κίρρωσης αποτελεί τον μοναδικό ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα επιβίωσης μετά την εμφάνιση προόδου νόσου σε ασθενείς που συνεχίζουν θεραπεία με Atezolizumab-Bevacizumab. Τα δεδομένα αυτά χρήζουν επαλήθευσης σε μεγαλύτερες κοορτές ασθενών.

Abstract ID
EP01

Συγγραφέας